Греческий словарь
с грамматикой

αναμετρώ

[anaˈmetro]глаголB1

Значения

1
соревноваться, мериться силами
compete, measure oneself against · αναμετρώ δυνάμεις με κάποιον — мериться силами с кем-то
2
противостоять, встать лицом к лицу
face up to, confront · αναμετρώ τις δυσκολίες — встать лицом к трудностям

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αναμετρώ
εσύ
αναμετράς
αυτός
αναμετρά
εμείς
αναμετράμε
εσείς
αναμετράτε
αυτοί
αναμετρούν
Аорист
εγώ
αναμέτρησα
εσύ
αναμέτρησες
αυτός
αναμέτρησε
εμείς
αναμετρήσαμε
εσείς
αναμετρήσατε
αυτοί
αναμέτρησαν
Будущее
εγώ
θα αναμετρήσω
εσύ
θα αναμετρήσεις
αυτός
θα αναμετρήσει
εμείς
θα αναμετρήσουμε
εσείς
θα αναμετρήσετε
αυτοί
θα αναμετρήσουν

Примеры

Οι δύο πρωταθλητές αναμετρώνται στον τελικό.
Два чемпиона соревнуются в финале. · The two champions compete in the final.
Θα αναμετρήσω τις δυσκολίες με θάρρος.
Я встану лицом к трудностям с мужеством. · I will face the difficulties with courage.
Αναμέτρησε τις δυνάμεις του με ένα ισχυρό αντίπαλο.
Он померился силами с сильным противником. · He measured himself against a strong opponent.