Греческий словарь
с грамматикой

αναμενόμενος

[anamenˈomenos]прилагательноеB1

Значения

1
ожидаемый, предполагаемый
expected, anticipated · το αναμενόμενο αποτέλεσμα — ожидаемый результат
2
долгожданный
long-awaited · ο αναμενόμενος επισκέπτης — долгожданный гость

Грамматика

мужской род
им.
αναμενόμενος
вин.
αναμενόμενο
род.
αναμενόμενου
зват.
αναμενόμενε
женский род
им.
αναμενόμενη
вин.
αναμενόμενη
род.
αναμενόμενης
зват.
αναμενόμενη
средний род
им.
αναμενόμενο
вин.
αναμενόμενο
род.
αναμενόμενου
зват.
αναμενόμενο

Примеры

Το αναμενόμενο αποτέλεσμα ήρθε πολύ αργά.
Ожидаемый результат пришёл очень поздно. · The expected result came very late.
Ο αναμενόμενος επισκέπτης δεν έφτασε ποτέ.
Долгожданный гость так и не приехал. · The long-awaited guest never arrived.
Αυτή ήταν η αναμενόμενη αντίδραση της κυβέρνησης.
Это была ожидаемая реакция правительства. · This was the government's expected reaction.
Οι αναμενόμενες αλλαγές ήταν σημαντικές.
Предполагаемые изменения были значительными. · The anticipated changes were significant.