αναλυτικός
[analiˈtikos]прилагательноеB2
Значения
1
аналитический, основанный на анализе
analytical, based on analysis · αναλυτική μέθοδος — аналитический метод
2
подробный, развёрнутый, детальный
detailed, comprehensive, thorough · αναλυτική περιγραφή — подробное описание
Грамматика
мужской род
им.
αναλυτικός
вин.
αναλυτικό
род.
αναλυτικού
зват.
αναλυτικέ
женский род
им.
αναλυτική
вин.
αναλυτική
род.
αναλυτικής
зват.
αναλυτική
средний род
им.
αναλυτικό
вин.
αναλυτικό
род.
αναλυτικού
зват.
αναλυτικό
Примеры
Η αναλυτική σκέψη είναι σημαντική στη φιλοσοφία.
Аналитическое мышление важно в философии. · Analytical thinking is important in philosophy.
Ο καθηγητής ζήτησε μια αναλυτικότερη απάντηση.
Профессор попросил более подробный ответ. · The professor requested a more detailed answer.
Έκανε αναλυτικές σημειώσεις για κάθε κεφάλαιο.
Он сделал подробные заметки к каждой главе. · He made comprehensive notes for every chapter.
Η αναλυτική γεωμετρία συνδυάζει άλγεβρα και γεωμετρία.
Аналитическая геометрия сочетает алгебру и геометрию. · Analytical geometry combines algebra and geometry.