Греческий словарь
с грамматикой

αναλογικός

[analoˈʝikos]прилагательноеB2

Значения

1
аналоговый, аналоговой (о приборах, сигналах)
analogue, analog (of devices, signals) · αναλογικό ρολόι — аналоговые часы
2
пропорциональный, соответствующий
proportional, corresponding · αναλογική αύξηση — пропорциональный рост

Грамматика

мужской род
им.
αναλογικός
вин.
αναλογικό
род.
αναλογικού
зват.
αναλογικέ
женский род
им.
αναλογική
вин.
αναλογική
род.
αναλογικής
зват.
αναλογική
средний род
им.
αναλογικό
вин.
αναλογικό
род.
αναλογικού
зват.
αναλογικό

Примеры

Το αναλογικό ρολόι δείχνει την ώρα με δείκτες.
Аналоговые часы показывают время стрелками. · The analogue clock displays the time with hands.
Χρησιμοποιούμε αναλογικές συσκευές στο εργαστήριο.
В лаборатории мы используем аналоговые приборы. · We use analogue devices in the laboratory.
Η αναλογική σχέση μεταξύ των δύο μεγεθών είναι ξεκάθαρη.
Пропорциональная связь между двумя величинами очевидна. · The proportional relationship between the two quantities is clear.