Греческий словарь
с грамматикой

αναλογία

[analoˈʝia]существительноеη · женский родB1

Значения

1
пропорция, соотношение
proportion, ratio · αναλογία 1:2 — пропорция один к двум
2
соответствие, соразмерность
correspondence, proportionality · αναλογία μεταξύ προσπάθειας και αποτελέσματος — соответствие между усилием и результатом

Грамматика

Ед. ч.
им.
η αναλογία
вин.
την αναλογία
род.
της αναλογίας
зват.
αναλογία
Мн. ч.
им.
οι αναλογίες
вин.
τις αναλογίες
род.
των αναλογιών
зват.
αναλογίες

Примеры

Η αναλογία του χρυσού είναι σημαντική στην τέχνη.
Пропорция золотого сечения важна в искусстве. · The golden ratio is important in art.
Υπάρχει αναλογία ανάμεσα στα δύο μεγέθη.
Существует пропорциональное отношение между двумя величинами. · There is a proportion between the two quantities.
Οι αναλογίες του κτιρίου είναι τέλειες.
Пропорции здания идеальны. · The proportions of the building are perfect.
Δεν υπάρχει αναλογία στους μισθούς τους.
В их зарплатах нет соответствия. · There is no proportionality in their salaries.