αναλαμπή
[anaˈlambi]существительноеη · женский родC1
Значения
1
внезапное яркое сияние, вспышка света
sudden bright flash or gleam of light · αναλαμπή φωτός — вспышка света
2
блеск, сияние (переносно: о таланте, красоте)
brilliance, radiance (figuratively: of talent, beauty) · αναλαμπή της ομορφιάς — сияние красоты
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αναλαμπή
вин.
την αναλαμπή
род.
της αναλαμπής
зват.
αναλαμπή
Мн. ч.
им.
οι αναλαμπές
вин.
τις αναλαμπές
род.
των αναλαμπών
зват.
αναλαμπές
Примеры
Η αναλαμπή του αστεριού ήταν εκθαμβωτική.
Вспышка звезды была ослепительной. · The star's flash was dazzling.
Στο σκοτάδι, είδαμε μια αναλαμπή φωτός από μακριά.
В темноте мы увидели вспышку света издалека. · In the darkness, we saw a flash of light from afar.
Η αναλαμπή του ταλέντου του ήταν εμφανής από νέα ηλικία.
Сияние его таланта проявилось с раннего возраста. · The brilliance of his talent was evident from a young age.