Греческий словарь
с грамматикой

αναλαμβάνω

[analaˈvano]глаголB1

Значения

1
брать на себя, принимать (ответственность, роль, задачу)
to take on, assume, undertake (responsibility, role, task) · αναλαμβάνω μια δουλειά — беру на себя работу
2
возглавлять, вступать в должность
to take over, assume office, take charge · αναλαμβάνει την προεδρία — вступает в должность президента
3
брать с собой, забирать (человека, груз)
to pick up, collect, take along · αναλαμβάνω έναν φίλο από το αεροδρόμιο — забираю друга из аэропорта

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αναλαμβάνω
εσύ
αναλαμβάνεις
αυτός
αναλαμβάνει
εμείς
αναλαμβάνουμε
εσείς
αναλαμβάνετε
αυτοί
αναλαμβάνουν
Аорист
εγώ
ανέλαβα
εσύ
ανέλαβες
αυτός
ανέλαβε
εμείς
αναλάβαμε
εσείς
αναλάβατε
αυτοί
ανέλαβαν
Будущее
εγώ
θα αναλάβω
εσύ
θα αναλάβεις
αυτός
θα αναλάβει
εμείς
θα αναλάβουμε
εσείς
θα αναλάβετε
αυτοί
θα αναλάβουν

Примеры

Αναλαμβάνει την ευθύνη για το έργο.
Он берёт на себя ответственность за проект. · He takes responsibility for the project.
Ο νέος διευθυντής ανέλαβε χθες τη θέση του.
Новый директор вступил в должность вчера. · The new director took office yesterday.
Θα αναλάβω να προετοιμάσω το φαγητό.
Я возьмусь готовить еду. · I'll take care of preparing the food.
Το ταξί αναλαμβάνει επιβάτες από τη σταθμό.
Такси забирает пассажиров со станции. · The taxi picks up passengers from the station.