Греческий словарь
с грамматикой

ανακτώ

[anakˈto]глаголB2

Значения

1
восстанавливать, возвращать (потерянное или отнятое)
recover, regain, retrieve (something lost or taken) · ανακτώ τα δικαιώματά μου — восстанавливаю мои права
2
захватывать, завоёвывать (территорию)
recapture, retake (territory) · ανακτώ την πόλη — отвоёвываю город

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ανακτώ
εσύ
ανακτάς
αυτός
ανακτά
εμείς
ανακτούμε
εσείς
ανακτάτε
αυτοί
ανακτούν
Аорист
εγώ
ανέκτησα
εσύ
ανέκτησες
αυτός
ανέκτησε
εμείς
ανακτήσαμε
εσείς
ανακτήσατε
αυτοί
ανέκτησαν
Будущее
εγώ
θα ανακτήσω
εσύ
θα ανακτήσεις
αυτός
θα ανακτήσει
εμείς
θα ανακτήσουμε
εσείς
θα ανακτήσετε
αυτοί
θα ανακτήσουν

Примеры

Προσπαθούμε να ανακτήσουμε την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Мы стараемся восстановить доверие граждан. · We are trying to regain the trust of citizens.
Ο στρατός ανέκτησε την πόλη μετά από μεγάλη μάχη.
Армия отвоевала город после жестокого боя. · The army retook the city after a fierce battle.
Ανακτώ την υγεία μου σταδιακά μετά την ασθένεια.
Я постепенно восстанавливаю здоровье после болезни. · I am gradually recovering my health after the illness.
Θα ανακτήσουν τα αρχαία κειμήλια που κλάπηκαν.
Они вернут древние артефакты, которые были украдены. · They will recover the ancient artifacts that were stolen.