Греческий словарь
с грамматикой

ανακτάω

[anakˈtao]глаголC1

Значения

1
восстанавливать, возвращать себе, вновь завладевать
to recover, reclaim, regain possession of · ανακτά την εξουσία — вернуть власть
2
освобождать, избавлять
to liberate, set free · ανακτά την ελευθερία — обрести свободу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ανακτώ
εσύ
ανακτάς
αυτός
ανακτά
εμείς
ανακτούμε
εσείς
ανακτάτε
αυτοί
ανακτούν
Аорист
εγώ
ανέκτησα
εσύ
ανέκτησες
αυτός
ανέκτησε
εμείς
ανακτήσαμε
εσείς
ανακτήσατε
αυτοί
ανέκτησαν
Будущее
εγώ
θα ανακτήσω
εσύ
θα ανακτήσεις
αυτός
θα ανακτήσει
εμείς
θα ανακτήσουμε
εσείς
θα ανακτήσετε
αυτοί
θα ανακτήσουν

Примеры

Ο λαός ανακτά την ελευθερία του.
Народ восстанавливает свою свободу. · The people reclaim their freedom.
Ανέκτησε την εξουσία μετά από χρόνια.
Он вернул власть себе после многих лет. · He regained power after years.
Θα ανακτήσουμε ό,τι χάσαμε.
Мы вернём всё, что потеряли. · We will recover everything we lost.