ανακριτής
[anakriˈtis]существительноеο · мужской родC1
Значения
1
следователь, судебный следователь
examining magistrate, investigating judge · ανακριτής που διεξάγει την έρευνα — следователь, который проводит следствие
Грамматика
Ед. ч.
им.
o ανακριτής
вин.
τον ανακριτή
род.
του ανακριτή
зват.
ανακριτή
Мн. ч.
им.
οι ανακριτές
вин.
τους ανακριτές
род.
των ανακριτών
зват.
ανακριτές
Примеры
Ο ανακριτής άρχισε τη διερεύνηση του περιστατικού.
Следователь начал расследование инцидента. · The examining magistrate began investigating the incident.
Οι ανακριτές παίρνουν κατάθεση από τους μάρτυρες.
Следователи берут показания у свидетелей. · The examining magistrates take statements from witnesses.
Ο ανακριτή ανατέθηκε μια σημαντική υπόθεση.
Следователю была поручена важная дело. · The examining magistrate was assigned an important case.