Греческий словарь
с грамматикой

ανακουφιστικός

[anakufistiˈkos]прилагательноеB2

Значения

1
облегчающий, приносящий облегчение
relieving, bringing relief or comfort · ανακουφιστικό φάρμακο — облегчающее лекарство

Грамматика

мужской род
им.
ανακουφιστικός
вин.
ανακουφιστικό
род.
ανακουφιστικού
зват.
ανακουφιστικέ
женский род
им.
ανακουφιστική
вин.
ανακουφιστική
род.
ανακουφιστικής
зват.
ανακουφιστική
средний род
им.
ανακουφιστικό
вин.
ανακουφιστικό
род.
ανακουφιστικού
зват.
ανακουφιστικό

Примеры

Το ανακουφιστικό φάρμακο δούλεψε γρήγορα.
Облегчающее лекарство подействовало быстро. · The relief medicine worked quickly.
Αυτή η κρέμα είναι πολύ ανακουφιστική για τον κνησμό.
Этот крем очень облегчает зуд. · This cream is very soothing for itching.
Οι ανακουφιστικές τεχνικές βοήθησαν τον ασθενή.
Облегчающие методы помогли пациенту. · The relief techniques helped the patient.