Греческий словарь
с грамматикой

ανακουφίζω

[anakuˈfizo]глаголB1

Значения

1
облегчать, приносить облегчение
to relieve, to ease (pain, discomfort) · ανακουφίζω τον πόνο — облегчить боль
2
утешать, успокаивать
to comfort, to soothe (emotionally) · ανακουφίζω κάποιον που είναι στενοχωρημένος — утешить расстроенного человека

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ανακουφίζω
εσύ
ανακουφίζεις
αυτός
ανακουφίζει
εμείς
ανακουφίζουμε
εσείς
ανακουφίζετε
αυτοί
ανακουφίζουν
Аорист
εγώ
ανακούφισα
εσύ
ανακούφισες
αυτός
ανακούφισε
εμείς
ανακουφίσαμε
εσείς
ανακουφίσατε
αυτοί
ανακούφισαν
Будущее
εγώ
θα ανακουφίσω
εσύ
θα ανακουφίσεις
αυτός
θα ανακουφίσει
εμείς
θα ανακουφίσουμε
εσείς
θα ανακουφίσετε
αυτοί
θα ανακουφίσουν

Примеры

Αυτό το φάρμακο ανακουφίζει τον πονοκέφαλο γρήγορα.
Это лекарство быстро облегчает головную боль. · This medicine relieves a headache quickly.
Του ανακούφισα τα νέα που ήταν στενοχωρημένος.
Я утешил его новостями, которые его беспокоили. · I comforted him with news that had been worrying him.
Ο ψυχολόγος τον ανακουφίζει με τις συμβουλές του.
Психолог успокаивает его своими советами. · The psychologist eases his mind with her advice.
Θα σε ανακουφίσει να ξέρεις ότι δεν είσαι μόνος.
Тебе будет легче, если ты знаешь, что ты не один. · It will comfort you to know you're not alone.