Греческий словарь
с грамматикой

ανακοινώνω

[anakiˈnono]глаголB1

Значения

1
объявлять, сообщать публично
announce, make a public announcement · ανακοίνωση νέων αποτελεσμάτων — объявление новых результатов
2
уведомлять, информировать
notify, inform · ανακοίνωση αποφάσεων — уведомление о решениях

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ανακοινώνω
εσύ
ανακοινώνεις
αυτός
ανακοινώνει
εμείς
ανακοινώνουμε
εσείς
ανακοινώνετε
αυτοί
ανακοινώνουν
Аорист
εγώ
ανακοίνωσα
εσύ
ανακοίνωσες
αυτός
ανακοίνωσε
εμείς
ανακοινώσαμε
εσείς
ανακοινώσατε
αυτοί
ανακοίνωσαν
Будущее
εγώ
θα ανακοινώσω
εσύ
θα ανακοινώσεις
αυτός
θα ανακοινώσει
εμείς
θα ανακοινώσουμε
εσείς
θα ανακοινώσετε
αυτοί
θα ανακοινώσουν

Примеры

Η κυβέρνηση ανακοίνωσε νέα μέτρα στήριξης.
Правительство объявило новые меры поддержки. · The government announced new support measures.
Ανακοινώνουν τα αποτελέσματα αύριο το πρωί.
Результаты объявят завтра утром. · They will announce the results tomorrow morning.
Παρακαλώ ανακοινώστε τη απόφαση στο προσωπικό.
Пожалуйста, сообщите это решение персоналу. · Please notify the staff of this decision.
Ο δήμαρχος ανακοινώνει κάθε εβδομάδα τις νέες πολιτικές.
Мэр еженедельно объявляет новые политики. · The mayor announces new policies every week.