Греческий словарь
с грамматикой

ανακοίνωση

[anaˈkinosi]существительноеη · женский родB1

Значения

1
объявление, сообщение (официальное или публичное)
announcement, statement (official or public) · η ανακοίνωση της κυβέρνησης — объявление правительства
2
уведомление, извещение
notification, notice · ανακοίνωση στους εργαζομένους — уведомление сотрудникам

Грамматика

Ед. ч.
им.
η ανακοίνωση
вин.
την ανακοίνωση
род.
της ανακοίνωσης
зват.
ανακοίνωση
Мн. ч.
им.
οι ανακοινώσεις
вин.
τις ανακοινώσεις
род.
των ανακοινώσεων
зват.
ανακοινώσεις

Примеры

Η ανακοίνωση του σχολείου ήταν σημαντική για όλους.
Объявление школы было важно для всех. · The school's announcement was important for everyone.
Περιμέναμε την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων με ανυπομονησία.
Мы с нетерпением ждали объявления результатов. · We waited impatiently for the announcement of the results.
Έλαβε ανακοίνωση για τη συνέντευξή του.
Он получил уведомление о своём собеседовании. · He received a notification about his interview.
Οι ανακοινώσεις διαβάστηκαν στη συνάντηση.
Объявления были прочитаны на собрании. · The announcements were read at the meeting.