Греческий словарь
с грамматикой

ανακηρύσσω

[anakiˈriso]глаголC1

Значения

1
объявлять, провозглашать (официально, торжественно)
to proclaim, to declare (formally, solemnly) · ανακήρυξε τα αποτελέσματα — объявил результаты
2
избирать, провозглашать (кандидата, победителя)
to elect, to declare (a candidate, a winner) · ανακήρυξαν τον πρόεδρο — провозгласили президента

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ανακηρύσσω
εσύ
ανακηρύσσεις
αυτός
ανακηρύσσει
εμείς
ανακηρύσσουμε
εσείς
ανακηρύσσετε
αυτοί
ανακηρύσσουν
Аорист
εγώ
ανακήρυξα
εσύ
ανακήρυξες
αυτός
ανακήρυξε
εμείς
ανακηρύξαμε
εσείς
ανακηρύξατε
αυτοί
ανακήρυξαν
Будущее
εγώ
θα ανακηρύξω
εσύ
θα ανακηρύξεις
αυτός
θα ανακηρύξει
εμείς
θα ανακηρύξουμε
εσείς
θα ανακηρύξετε
αυτοί
θα ανακηρύξουν

Примеры

Το δικαστήριο ανακήρυξε τα αποτελέσματα της εκλογής.
Суд объявил результаты выборов. · The court announced the election results.
Ανακηρύσσουν τον νικητή του διαγωνισμού αύριο.
Завтра объявят победителя конкурса. · They will proclaim the competition winner tomorrow.
Ανακηρύχθηκε πρόεδρος μετά την ψηφοφορία.
Его провозгласили президентом после голосования. · He was proclaimed president after the vote.