ανακατασκευάζω
[anakataskeˈvazo]глаголC1
Значения
1
перестраивать, переделывать, восстанавливать в новом виде
to reconstruct, to rebuild, to redesign · το κτίριο ανακατασκευάστηκε — здание было перестроено
2
переосмысливать, пересматривать (историю, события)
to reinterpret, to reframe (history, narrative) · ανακατασκευάζουν την ιστορία — они переписывают историю
Грамматика
Настоящее время
εγώ
ανακατασκευάζω
εσύ
ανακατασκευάζεις
αυτός
ανακατασκευάζει
εμείς
ανακατασκευάζουμε
εσείς
ανακατασκευάζετε
αυτοί
ανακατασκευάζουν
Аорист
εγώ
ανακατασκεύασα
εσύ
ανακατασκεύασες
αυτός
ανακατασκεύασε
εμείς
ανακατασκευάσαμε
εσείς
ανακατασκευάσατε
αυτοί
ανακατασκεύασαν
Будущее
εγώ
θα ανακατασκευάσω
εσύ
θα ανακατασκευάσεις
αυτός
θα ανακατασκευάσει
εμείς
θα ανακατασκευάσουμε
εσείς
θα ανακατασκευάσετε
αυτοί
θα ανακατασκευάσουν
Примеры
Η πόλη ανακατασκευάζει τα παλιά κτίρια του κέντρου.
Город восстанавливает старые здания в центре. · The city is reconstructing the old buildings downtown.
Οι ιστορικοί ανακατασκευάζουν τα γεγονότα του πολέμου.
Историки переосмысливают события войны. · Historians are reinterpreting the events of the war.
Ανακατασκευάσαμε το σπίτι μετά την καταστροφή.
Мы перестроили дом после разрушения. · We rebuilt the house after the disaster.
Το μουσείο θα ανακατασκευάσει την έκθεση τον χειμώνα.
Музей переделает выставку зимой. · The museum will redesign the exhibition in winter.