Греческий словарь
с грамматикой

ανακαταλαμβάνω

[anakatalambˈano]глаголC1

Значения

1
снова овладевать, вновь захватывать (город, территорию после потери)
to recapture, to retake (territory previously lost) · ανακαταλαμβάνουν την πόλη — они вновь захватывают город
2
вновь осознавать, вспоминать, восстанавливать в памяти
to recover, to regain awareness or understanding of something · ανακαταλαμβάνει τα συμβάντα — он восстанавливает в памяти события

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ανακαταλαμβάνω
εσύ
ανακαταλαμβάνεις
αυτός
ανακαταλαμβάνει
εμείς
ανακαταλαμβάνουμε
εσείς
ανακαταλαμβάνετε
αυτοί
ανακαταλαμβάνουν
Аорист
εγώ
ανακατέλαβα
εσύ
ανακατέλαβες
αυτός
ανακατέλαβε
εμείς
ανακατελάβαμε
εσείς
ανακατελάβατε
αυτοί
ανακατέλαβαν
Будущее
εγώ
θα ανακαταλάβω
εσύ
θα ανακαταλάβεις
αυτός
θα ανακαταλάβει
εμείς
θα ανακαταλάβουμε
εσείς
θα ανακαταλάβετε
αυτοί
θα ανακαταλάβουν

Примеры

Οι δυνάμεις ανακατέλαβαν την περιοχή μετά τρεις μήνες.
Войска вновь захватили территорию через три месяца. · The forces retook the territory after three months.
Σταδιακά ανακαταλαμβάνει τις αναμνήσεις του παιδικού του.
Постепенно он восстанавливает воспоминания из детства. · He gradually recovers his childhood memories.
Θα ανακαταλάβουν την πόλη στην επόμενη επίθεση.
Они отвоюют город при следующей атаке. · They will retake the city in the next offensive.