Греческий словарь
с грамматикой

ανακατέχω

[anakaˈtɛxo]глаголB2

Значения

1
владеть, охватывать (об эмоции, чувстве)
to seize, to grip, to overcome (of emotion or feeling) · το θυμό με ανακατέχει — гнев овладевает мной
2
занимать (место в сознании или сердце)
to occupy (one's mind or heart) · μία σκέψη τον ανακατέχει — одна мысль занимает его

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ανακατέχω
εσύ
ανακατέχεις
αυτός
ανακατέχει
εμείς
ανακατέχουμε
εσείς
ανακατέχετε
αυτοί
ανακατέχουν
Аорист
εγώ
ανακάτεσχα
εσύ
ανακάτεσχες
αυτός
ανακάτεσχε
εμείς
ανακατέσχαμε
εσείς
ανακατέσχατε
αυτοί
ανακάτεσχαν
Будущее
εγώ
θα ανακατέσχω
εσύ
θα ανακατέσχεις
αυτός
θα ανακατέσχει
εμείς
θα ανακατέσχουμε
εσείς
θα ανακατέσχετε
αυτοί
θα ανακατέσχουν

Примеры

Ένα παράξενο αίσθημα τον ανακατέχει.
Странное чувство овладело им. · A strange feeling seized him.
Την ανακατέχει η ανησυχία για το μέλλον.
Беспокойство о будущем овладевает ею. · Anxiety about the future grips her.
Αυτή η ιδέα τον ανακατέχει εδώ και χρόνια.
Эта идея занимает его уже годы. · This idea has occupied him for years.
Η θλίψη τον ανακάτεσχε για μήνες.
Скорбь овладевала им месяцами. · Grief gripped him for months.