Греческий словарь
с грамматикой

ανακαλώ

[anakaˈlo]глаголB1

Значения

1
отзывать, вызывать обратно
recall, call back · ανακαλώ τον πρέσβη — отзываю посла
2
вспоминать, припоминать
remember, recollect · ανακαλώ τα παλιά χρόνια — вспоминаю старые времена
3
отменять, аннулировать
revoke, annul · ανακαλώ την απόφαση — отменяю решение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ανακαλώ
εσύ
ανακαλείς
αυτός
ανακαλεί
εμείς
ανακαλούμε
εσείς
ανακαλείτε
αυτοί
ανακαλούν
Аорист
εγώ
ανεκάλεσα
εσύ
ανεκάλεσες
αυτός
ανεκάλεσε
εμείς
ανεκαλέσαμε
εσείς
ανεκαλέσατε
αυτοί
ανεκάλεσαν
Будущее
εγώ
θα ανακαλέσω
εσύ
θα ανακαλέσεις
αυτός
θα ανακαλέσει
εμείς
θα ανακαλέσουμε
εσείς
θα ανακαλέσετε
αυτοί
θα ανακαλέσουν

Примеры

Ο πρόεδρος ανεκάλεσε τον πρέσβη από την πρωτεύουσα.
Президент отозвал посла из столицы. · The president recalled the ambassador from the capital.
Δεν μπορώ να ανακαλέσω τι έκανα εκείνη τη μέρα.
Я не могу вспомнить, что я делал в тот день. · I cannot recall what I did that day.
Ανακαλώ την απόφασή μου για την αποχώρησή μου.
Я отменяю своё решение об уходе. · I revoke my decision to resign.