Греческий словарь
с грамматикой

ανακαλύπτω

[anakˈaliptɔ]глаголB1

Значения

1
открывать, обнаруживать
to discover, to uncover · ανακαλύπτω ένα μυστικό — раскрываю секрет
2
выявлять (истину, факт)
to reveal, to find out · ανακαλύπτω την αλήθεια — выясняю истину

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ανακαλύπτω
εσύ
ανακαλύπτεις
αυτός
ανακαλύπτει
εμείς
ανακαλύπτουμε
εσείς
ανακαλύπτετε
αυτοί
ανακαλύπτουν
Аорист
εγώ
ανακάλυψα
εσύ
ανακάλυψες
αυτός
ανακάλυψε
εμείς
ανακαλύψαμε
εσείς
ανακαλύψατε
αυτοί
ανακάλυψαν
Будущее
εγώ
θα ανακαλύψω
εσύ
θα ανακαλύψεις
αυτός
θα ανακαλύψει
εμείς
θα ανακαλύψουμε
εσείς
θα ανακαλύψετε
αυτοί
θα ανακαλύψουν

Примеры

Ο αρχαιολόγος ανακάλυψε αρχαία ρούχα.
Археолог обнаружил древнюю одежду. · The archaeologist discovered ancient clothing.
Ανακαλύπτουμε νέα πράγματα κάθε μέρα.
Мы открываем новое каждый день. · We discover new things every day.
Θα ανακαλύψει ότι κάνατε λάθος.
Он выяснит, что вы ошиблись. · He will find out that you made a mistake.
Ανακάλυψα το μυστικό του φίλου μου.
Я раскрыл секрет моего друга. · I revealed my friend's secret.