Греческий словарь
с грамматикой

ανακαινίζω

[anakenˈizo]глаголB2

Значения

1
обновлять, переделывать (здание, помещение, предмет)
to renovate, refurbish, renew (a building, room, object) · ανακαινίζω το σπίτι — обновляю дом
2
возобновлять, восстанавливать (отношения, деятельность)
to resume, revive, restore (relations, activity) · ανακαινίζω τη συνεργασία — возобновляю сотрудничество

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ανακαινίζω
εσύ
ανακαινίζεις
αυτός
ανακαινίζει
εμείς
ανακαινίζουμε
εσείς
ανακαινίζετε
αυτοί
ανακαινίζουν
Аорист
εγώ
ανακαίνισα
εσύ
ανακαίνισες
αυτός
ανακαίνισε
εμείς
ανακαινίσαμε
εσείς
ανακαινίσατε
αυτοί
ανακαίνισαν
Будущее
εγώ
θα ανακαινίσω
εσύ
θα ανακαινίσεις
αυτός
θα ανακαινίσει
εμείς
θα ανακαινίσουμε
εσείς
θα ανακαινίσετε
αυτοί
θα ανακαινίσουν

Примеры

Ανακαίνισαν το διαμέρισμα με σύγχρονα υλικά.
Они обновили квартиру современными материалами. · They renovated the apartment with modern materials.
Θα ανακαινίσουν τα εμπορικά καταστήματα του κέντρου.
Они обновят магазины в центре города. · They will refurbish the retail shops in the center.
Προσπαθούν να ανακαινίσουν τις διμερείς σχέσεις.
Они пытаются возобновить двусторонние отношения. · They are trying to restore bilateral relations.
Ο κτήρος ανακαινίστηκε πλήρως το περασμένο χρόνο.
Здание было полностью отремонтировано в прошлом году. · The building was fully renovated last year.