Греческий словарь
с грамматикой

ανακάμπτω

[anakˈampto]глаголB2

Значения

1
поворачивать назад, разворачиваться
to turn back, to bend back · ανακάμπτει προς το σπίτι — поворачивает обратно домой
2
отступать (в военном смысле)
to retreat (military) · το στρατό ανακάμπτει — войска отступают

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ανακάμπτω
εσύ
ανακάμπτεις
αυτός
ανακάμπτει
εμείς
ανακάμπτουμε
εσείς
ανακάμπτετε
αυτοί
ανακάμπτουν
Аорист
εγώ
ανέκαμψα
εσύ
ανέκαμψες
αυτός
ανέκαμψε
εμείς
ανακάμψαμε
εσείς
ανακάμψατε
αυτοί
ανέκαμψαν
Будущее
εγώ
θα ανακάμψω
εσύ
θα ανακάμψεις
αυτός
θα ανακάμψει
εμείς
θα ανακάμψουμε
εσείς
θα ανακάμψετε
αυτοί
θα ανακάμψουν

Примеры

Το πουλί ανακάμπτει προς το φωλιά του.
Птица поворачивает обратно к своему гнезду. · The bird turns back towards its nest.
Ανέκαμψαν οι δυνάμεις μετά την ήττα.
Войска отступили после поражения. · The forces retreated after the defeat.
Θα ανακάμψουμε αν δεν έχουμε άλλη επιλογή.
Мы развернёмся, если у нас не будет другого выбора. · We will turn back if we have no other choice.