Греческий словарь
с грамматикой

αναισθητικός

[anɛsθiˈtikos]прилагательноеB2

Значения

1
нечувствительный, безучастный
insensitive, indifferent · αναισθητικός απέναντι στον πόνο των άλλων — безучастный к чужой боли
2
неощутимый, незаметный
imperceptible, unfeeling · αναισθητικός ρυθμός ανάπτυξης — незаметный темп развития

Грамматика

мужской род
им.
αναισθητικός
вин.
αναισθητικό
род.
αναισθητικού
зват.
αναισθητικέ
женский род
им.
αναισθητική
вин.
αναισθητική
род.
αναισθητικής
зват.
αναισθητική
средний род
им.
αναισθητικό
вин.
αναισθητικό
род.
αναισθητικού
зват.
αναισθητικό

Примеры

Ήταν αναισθητικός στα συναισθήματα της γυναίκας του.
Он был безучастен к чувствам своей жены. · He was indifferent to his wife's feelings.
Η αναισθητική αύξηση της θερμοκρασίας είναι επικίνδυνη.
Незаметный рост температуры опасен. · An imperceptible temperature rise is dangerous.
Οι αναισθητικοί άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν τον πόνο των άλλων.
Безучастные люди не понимают чужую боль. · Insensitive people don't understand others' pain.