αναισθησία
[anaiˈsθiˌsia]существительноеη · женский родB2
Значения
1
потеря чувствительности, онемение
loss of sensation, numbness · αναισθησία στο χέρι — онемение в руке
2
безразличие, равнодушие, апатия
indifference, apathy, insensitivity · αναισθησία απέναντι στον πόνο — безразличие к боли
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αναισθησία
вин.
την αναισθησία
род.
της αναισθησίας
зват.
αναισθησία
Мн. ч.
им.
οι αναισθησίες
вин.
τις αναισθησίες
род.
των αναισθησιών
зват.
αναισθησίες
Примеры
Η αναισθησία ήταν αποτέλεσμα του τραυματισμού.
Онемение было результатом травмы. · The numbness was a result of the injury.
Ο ασθενής παραπονέθηκε για αναισθησία στα δάχτυλα.
Пациент пожаловался на онемение в пальцах. · The patient complained of numbness in his fingers.
Η αναισθησία του απέναντι στα προβλήματα των άλλων ήταν εκπληκτική.
Его безразличие к проблемам других было поразительным. · His indifference to others' problems was striking.