αναθυμίαση
[anatiˈmiasi]существительноеη · женский родC1
Значения
1
испарение, возникновение паров
exhalation, vaporisation, emanation · αναθυμίαση από το έδαφος — испарение из почвы
2
выделение, излучение (в переносном смысле)
emission, exudation (figurative) · αναθυμίαση δυσάρεστης ατμόσφαιρας — излучение неприятной атмосферы
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αναθυμίαση
вин.
την αναθυμίαση
род.
της αναθυμίασης
зват.
αναθυμίαση
Мн. ч.
им.
οι αναθυμιάσεις
вин.
τις αναθυμιάσεις
род.
των αναθυμιάσεων
зват.
αναθυμιάσεις
Примеры
Η αναθυμίαση του εδάφους επηρεάζει το κλίμα.
Испарение из почвы влияет на климат. · Soil exhalation affects the climate.
Αναθυμιάσεις από την άσφαλτο αυξάνουν τη θερμοκρασία.
Испарения с асфальта повышают температуру. · Emanations from asphalt increase the temperature.
Η αναθυμίαση εκείνης της κατάστασης ήταν απαίσια.
Атмосфера той ситуации была отвратительной. · The exudation of that situation was abominable.