Греческий словарь
с грамматикой

αναθεματισμός

[anaθematiˈzmos]существительноеο · мужской родC1

Значения

1
проклятие, анафема
curse, anathema, excommunication · θρησκευτικό προσταγμα — религиозный приговор
2
резкое осуждение, проклинание
strong condemnation, damning · σκληρή κριτική — жёсткая критика

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο αναθεματισμός
вин.
τον αναθεματισμό
род.
του αναθεματισμού
зват.
αναθεματισμέ
Мн. ч.
им.
οι αναθεματισμοί
вин.
τους αναθεματισμούς
род.
των αναθεματισμών
зват.
αναθεματισμοί

Примеры

Η Εκκλησία εξέδωσε αναθεματισμό κατά του αιρετικού.
Церковь издала анафему против еретика. · The Church issued an anathema against the heretic.
Ο αναθεματισμός του κατά των δούλων ήταν περιφήμος.
Его проклинание рабства было знаменито. · His condemnation of slavery was renowned.
Με τέτοια βία άλλαξε τους αναθεματισμούς σε ευχές.
С такой силой он превратил проклятия в благословения. · With such force he turned curses into blessings.