Греческий словарь
с грамматикой

αναθεματίζω

[anaTHemaTˈizo]глаголB2

Значения

1
проклинать, предавать анафеме
to curse, to anathematize · αναθεματίζω κάποιον — проклинать кого-то
2
резко критиковать, осуждать
to severely criticize, to condemn · αναθεματίζω την απόφαση — осуждать решение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αναθεματίζω
εσύ
αναθεματίζεις
αυτός
αναθεματίζει
εμείς
αναθεματίζουμε
εσείς
αναθεματίζετε
αυτοί
αναθεματίζουν
Аорист
εγώ
αναθεμάτισα
εσύ
αναθεμάτισες
αυτός
αναθεμάτισε
εμείς
αναθεματίσαμε
εσείς
αναθεματίσατε
αυτοί
αναθεμάτισαν
Будущее
εγώ
θα αναθεματίσω
εσύ
θα αναθεματίσεις
αυτός
θα αναθεματίσει
εμείς
θα αναθεματίσουμε
εσείς
θα αναθεματίσετε
αυτοί
θα αναθεματίσουν

Примеры

Οι κληρικοί αναθεμάτισαν τον αιρετικό.
Священнослужители предали анафеме еретика. · The clergy anathematized the heretic.
Αναθεματίζει την κυβέρνηση για την απόφασή της.
Он осуждает правительство за его решение. · He condemns the government for its decision.
Το κίνημα αναθεμάτισε τον συμβιβασμό.
Движение резко осудило компромисс. · The movement rejected the compromise outright.