Греческий словарь
с грамматикой

αναζωογονώ

[anazooɣoˈno]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)C1

Значения

1
возрождать, оживлять (в переносном смысле — дух, традицию, идею)
to revive, to breathe new life into (figuratively — spirit, tradition, idea) · αναζωογονώ παλιές παραδόσεις — возрождаю старые традиции
2
оживлять, приводить в чувство (в прямом медицинском смысле)
to resuscitate, to revive (in literal medical sense) · αναζωογονώ έναν άνθρωπο — спасаю жизнь человека

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αναζωογονώ
εσύ
αναζωογονείς
αυτός
αναζωογονεί
εμείς
αναζωογονούμε
εσείς
αναζωογονείτε
αυτοί
αναζωογονούν
Аорист
εγώ
αναζωογόνησα
εσύ
αναζωογόνησες
αυτός
αναζωογόνησε
εμείς
αναζωογονήσαμε
εσείς
αναζωογονήσατε
αυτοί
αναζωογόνησαν
Будущее
εγώ
θα αναζωογονήσω
εσύ
θα αναζωογονήσεις
αυτός
θα αναζωογονήσει
εμείς
θα αναζωογονήσουμε
εσείς
θα αναζωογονήσετε
αυτοί
θα αναζωογονήσουν

Примеры

Το θέατρο αναζωογονεί τη συγκεκριμένη κουλτούρα.
Театр возрождает эту культуру. · Theatre revives that particular culture.
Οι γιατροί αναζωογόνησαν τον ασθενή έγκαιρα.
Врачи спасли пациента вовремя. · The doctors resuscitated the patient in time.
Θα αναζωογονήσουμε αυτές τις παλιές τεχνικές.
Мы возродим эти старые методы. · We will revive those old techniques.
Αναζωογονώντας το πνεύμα του κινήματος, συνεχίστηκε η αγώνα.
Оживляя дух движения, борьба продолжилась. · By reviving the spirit of the movement, the struggle continued.