αναζωογονητικός
[anazooɣoniˈtikos]прилагательноеC1
Значения
1
животворящий, дающий новую жизнь, оживляющий
life-giving, revitalizing, restorative · αναζωογονητικό αποτέλεσμα — оживляющий эффект
2
способный восстанавливать жизненные силы
capable of restoring vitality · αναζωογονητικές ιδιότητες — восстанавливающие свойства
Грамматика
мужской род
им.
αναζωογονητικός
вин.
αναζωογονητικό
род.
αναζωογονητικού
зват.
αναζωογονητικέ
женский род
им.
αναζωογονητική
вин.
αναζωογονητική
род.
αναζωογονητικής
зват.
αναζωογονητική
средний род
им.
αναζωογονητικό
вин.
αναζωογονητικό
род.
αναζωογονητικού
зват.
αναζωογονητικό
Примеры
Οι αναζωογονητικές ιδιότητες του φυσικού νερού είναι γνωστές.
Оживляющие свойства природной воды хорошо известны. · The revitalizing properties of natural water are well known.
Αυτή η αναζωογονητική θεραπεία βοηθά τους ασθενείς.
Это восстанавливающее лечение помогает пациентам. · This restorative therapy helps patients.
Το αναζωογονητικό αποτέλεσμα ήταν άμεσο και εμφανές.
Оживляющий эффект был немедленным и заметным. · The revitalizing effect was immediate and noticeable.