Греческий словарь
с грамматикой

αναζητώ

[anazitˈo]глаголB1

Значения

1
искать, разыскивать
to search for, to look for · αναζητώ τα κλειδιά μου — ищу свои ключи
2
преследовать (судебным порядком)
to pursue (legally), to prosecute · αναζητείται από την αστυνομία — разыскивается полицией
3
стремиться к, добиваться
to seek, to pursue (a goal) · αναζητώ τη δική μου ταυτότητα — ищу свою идентичность

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αναζητώ
εσύ
αναζητάς
αυτός
αναζητά
εμείς
αναζητούμε
εσείς
αναζητάτε
αυτοί
αναζητούν
Аорист
εγώ
αναζήτησα
εσύ
αναζήτησες
αυτός
αναζήτησε
εμείς
αναζητήσαμε
εσείς
αναζητήσατε
αυτοί
αναζήτησαν
Будущее
εγώ
θα αναζητήσω
εσύ
θα αναζητήσεις
αυτός
θα αναζητήσει
εμείς
θα αναζητήσουμε
εσείς
θα αναζητήσετε
αυτοί
θα αναζητήσουν

Примеры

Αναζητώ ένα καλό εστιατόριο στο κέντρο.
Ищу хороший ресторан в центре. · I'm looking for a good restaurant downtown.
Η αστυνομία αναζητά τον ύποπτο εδώ και τρεις μήνες.
Полиция разыскивает подозреваемого вот уже три месяца. · The police have been searching for the suspect for three months.
Τι αναζητάς όλα αυτά τα χρόνια;
Что ты ищешь все эти годы? · What have you been searching for all these years?
Αναζήτησαν μάταια το χαμένο κοσμήματα.
Они напрасно искали потерянное украшение. · They searched in vain for the lost jewel.