αναζητούμενος
[anaziˈtumenos]прилагательноеB2
Значения
1
разыскиваемый, объект поиска
wanted, being sought · ο αναζητούμενος δράστης — разыскиваемый преступник
2
желаемый, высоко ценимый
sought-after, highly prized · αναζητούμενος συνεργάτης — высоко ценимый партнёр
Грамматика
мужской род
им.
αναζητούμενος
вин.
αναζητούμενο
род.
αναζητούμενου
зват.
αναζητούμενε
женский род
им.
αναζητούμενη
вин.
αναζητούμενη
род.
αναζητούμενης
зват.
αναζητούμενη
средний род
им.
αναζητούμενο
вин.
αναζητούμενο
род.
αναζητούμενου
зват.
αναζητούμενο
Примеры
Ο αναζητούμενος δράστης συνελήφθη χθες.
Разыскиваемого преступника арестовали вчера. · The wanted criminal was arrested yesterday.
Η αναζητούμενη καλλιτέχνης εμφανίστηκε ξαφνικά.
Высоко ценимая художница неожиданно появилась. · The sought-after artist suddenly appeared.
Αναζητούμενα προϊόντα δεν βρίσκονται εύκολα.
Ценные товары нелегко найти в продаже. · Sought-after products are hard to find.