αναζήτηση
[anaˈzitisi]существительноеη · женский родB1
Значения
1
поиск, разыскание
search, quest · αναζήτηση στο διαδίκτυο — поиск в интернете
2
расследование, розыск
investigation, inquiry · αναζήτηση για τον δράστη — розыск преступника
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αναζήτηση
вин.
την αναζήτηση
род.
της αναζήτησης
зват.
αναζήτηση
Мн. ч.
им.
οι αναζητήσεις
вин.
τις αναζητήσεις
род.
των αναζητήσεων
зват.
αναζητήσεις
Примеры
Έκανα μια γρήγορη αναζήτηση στο Google.
Я быстро поискал в Гугле. · I did a quick search on Google.
Η αναζήτηση του δράστη συνεχίζεται.
Розыск преступника продолжается. · The investigation for the perpetrator is ongoing.
Οι αναζητήσεις σε όλο το νησί δεν έδωσαν αποτέλεσμα.
Поиски по всему острову не дали результатов. · The searches across the entire island yielded no results.
Τη χρήση αναζήτησης λέξεων διευκολύνει το λεξικό.
Словарь облегчает поиск слов. · The dictionary makes word searching easier.