αναδρομικός
[anaðroˈmikos]прилагательноеC1
Значения
1
ретроспективный, имеющий обратную силу (о законе, решении)
retroactive, retrospective, with retroactive effect · νόμος αναδρομικός — закон с обратной силой
2
обращающийся в прошлое, ретроспективный по смыслу
retrospective, looking back in time · έκθεση αναδρομική — ретроспективная выставка
Грамматика
мужской род
им.
αναδρομικός
вин.
αναδρομικό
род.
αναδρομικού
зват.
αναδρομικέ
женский род
им.
αναδρομική
вин.
αναδρομική
род.
αναδρομικής
зват.
αναδρομική
средний род
им.
αναδρομικό
вин.
αναδρομικό
род.
αναδρομικού
зват.
αναδρομικό
Примеры
Ο νόμος εφαρμόστηκε αναδρομικά για όλες τις περιπτώσεις.
Закон применялся ретроспективно во всех случаях. · The law was applied retroactively to all cases.
Η απόφαση είχε αναδρομική ισχύ από το προηγούμενο έτος.
Решение имело обратную силу с предыдущего года. · The decision had retroactive force from the previous year.
Η έκθεση παρουσιάζει αναδρομικές απόψεις της εποχής εκείνης.
Выставка представляет ретроспективные взгляды того периода. · The exhibition presents retrospective views of that era.