Греческий словарь
с грамматикой

αναδιοργανώνω

[anaðiorɣaˈnono]глаголC1

Значения

1
реорганизовать, перестроить заново
to reorganize, to restructure from scratch · αναδιοργανώνω τη δομή της εταιρείας — перестраиваю структуру компании

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αναδιοργανώνω
εσύ
αναδιοργανώνεις
αυτός
αναδιοργανώνει
εμείς
αναδιοργανώνουμε
εσείς
αναδιοργανώνετε
αυτοί
αναδιοργανώνουν
Аорист
εγώ
αναδιοργάνωσα
εσύ
αναδιοργάνωσες
αυτός
αναδιοργάνωσε
εμείς
αναδιοργανώσαμε
εσείς
αναδιοργανώσατε
αυτοί
αναδιοργάνωσαν
Будущее
εγώ
θα αναδιοργανώσω
εσύ
θα αναδιοργανώσεις
αυτός
θα αναδιοργανώσει
εμείς
θα αναδιοργανώσουμε
εσείς
θα αναδιοργανώσετε
αυτοί
θα αναδιοργανώσουν

Примеры

Η κυβέρνηση αναδιοργάνωσε τις δημόσιες υπηρεσίες.
Правительство перестроило государственные службы. · The government restructured the public services.
Θα αναδιοργανώσουν το τμήμα πωλήσεων την επόμενη χρονιά.
В следующем году они перестроят отдел продаж. · They will reorganize the sales department next year.
Ο νέος διευθυντής αναδιοργανώνει ολόκληρη την εταιρεία.
Новый директор перестраивает всю компанию. · The new director is restructuring the entire company.