αναδιοργάνωση
[anadi̯orˈɣanosi]существительноеη · женский родC1
Значения
1
реорганизация, переустройство (системы, учреждения)
reorganization, restructuring (of a system, institution) · αναδιοργάνωση της κυβέρνησης — переустройство правительства
2
перестановка, новое расположение (элементов)
rearrangement, new arrangement (of elements) · αναδιοργάνωση των επιπέδων — переустройство уровней
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αναδιοργάνωση
вин.
την αναδιοργάνωση
род.
της αναδιοργάνωσης
зват.
αναδιοργάνωση
Мн. ч.
им.
οι αναδιοργανώσεις
вин.
τις αναδιοργανώσεις
род.
των αναδιοργανώσεων
зват.
αναδιοργανώσεις
Примеры
Η αναδιοργάνωση του υπουργείου ήταν αναγκαία.
Переустройство министерства было необходимо. · The reorganization of the ministry was necessary.
Προτείνουν αναδιοργάνωση των τοπικών υπηρεσιών.
Они предлагают перестройку местных служб. · They propose a reorganization of local services.
Οι αναδιοργανώσεις έχουν κοστίσει πολλά χρήματα.
Эти переустройства обошлись дорого. · These reorganizations have cost a lot of money.