Греческий словарь
с грамматикой

αναγορεύω

[anaɣoˈrevo]глаголC1

Значения

1
объявлять, провозглашать (обычно официально, торжественно)
to proclaim, to announce solemnly or officially · αναγόρευσαν τον πρόεδρο — провозгласили президента
2
назначать, возводить в должность (в частности, в духовный сан)
to appoint, to ordain (especially to a position or religious office) · αναγορεύθηκε επίσκοπος — был назначен епископом

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αναγορεύω
εσύ
αναγορεύεις
αυτός
αναγορεύει
εμείς
αναγορεύουμε
εσείς
αναγορεύετε
αυτοί
αναγορεύουν
Аорист
εγώ
αναγόρευσα
εσύ
αναγόρευσες
αυτός
αναγόρευσε
εμείς
αναγορεύσαμε
εσείς
αναγορεύσατε
αυτοί
αναγόρευσαν
Будущее
εγώ
θα αναγορεύσω
εσύ
θα αναγορεύσεις
αυτός
θα αναγορεύσει
εμείς
θα αναγορεύσουμε
εσείς
θα αναγορεύσετε
αυτοί
θα αναγορεύσουν

Примеры

Η εκκλησία αναγόρευσε τον άγιο πάτερα δάσκαλό της.
Церковь провозгласила его святого отца своим учителем. · The Church proclaimed him a holy father and teacher.
Τον αναγορεύουν πρόεδρο της σύνοδος σήμερα.
Сегодня синод назначает его председателем. · Today the synod appoints him as chairman.
Θα αναγορευθεί διδάσκαλος του πανεπιστημίου την άνοιξη.
Весной его назначат профессором университета. · In spring he will be appointed professor of the university.