αναγνώρισμα
[anaˈɣnorizma]существительноеτο · средний родB2
Значения
1
опознавательный знак, отличительный признак
identifying mark, distinguishing feature · σημάδι για να αναγνωρίσουμε κάτι — знак, чтобы узнать что-то
2
удостоверение, документ, свидетельство
credential, identity document, certificate · έγγραφο που αποδεικνύει την ταυτότητα — документ, доказывающий личность
Грамматика
Ед. ч.
им.
το αναγνώρισμα
вин.
το αναγνώρισμα
род.
του αναγνωρίσματος
зват.
αναγνώρισμα
Мн. ч.
им.
τα αναγνωρίσματα
вин.
τα αναγνωρίσματα
род.
των αναγνωρισμάτων
зват.
αναγνωρίσματα
Примеры
Τα αναγνωρίσματα της εταιρείας ήταν σαφή και ξεχωριστά.
Опознавательные знаки компании были ясными и отличными. · The company's distinguishing features were clear and distinctive.
Έδειξε το αναγνώρισμά του στον αστυνομικό.
Он показал своё удостоверение полицейскому. · He showed his credential to the police officer.
Χωρίς το σωστό αναγνώρισμα, δεν μπορείς να περάσεις.
Без надлежащего документа ты не можешь пройти. · Without the proper credential, you cannot pass.