αναγνώριση
[anaɡˈnorisi]существительноеη · женский родB1
Значения
1
признание, признание чего-либо
recognition, acknowledgement · η αναγνώριση του προβλήματος — признание проблемы
2
опознание, идентификация
identification, identifying · η αναγνώριση του δράστη — идентификация преступника
3
признание, одобрение (заслуг, способностей)
recognition, appreciation (of merit) · αναγνώριση για τις προσπάθειές του — признание его усилий
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αναγνώριση
вин.
την αναγνώριση
род.
της αναγνώρισης
зват.
αναγνώριση
Мн. ч.
им.
οι αναγνωρίσεις
вин.
τις αναγνωρίσεις
род.
των αναγνωρίσεων
зват.
αναγνωρίσεις
Примеры
Η αναγνώριση του προβλήματος είναι το πρώτο βήμα.
Признание проблемы — это первый шаг. · Recognition of the problem is the first step.
Ζητούν αναγνώριση για τη δουλειά τους.
Они просят признания за свою работу. · They are seeking recognition for their work.
Η αναγνώριση του δράστη ήταν δύσκολη.
Идентификация преступника была сложной. · The identification of the culprit was difficult.
Έλαβε αναγνώριση διεθνούς επιπέδου.
Получил международное признание. · He received international recognition.