Греческий словарь
с грамматикой

αναγνωριστικός

[anaɣnoˈristikos]прилагательноеB2

Значения

1
удостоверительный, идентификационный
identifying, for identification purposes · αναγνωριστικό έγγραφο — документ, удостоверяющий личность
2
признавательный, выражающий признание
acknowledging, expressive of recognition · αναγνωριστικό κίνημα — жест признания или благодарности

Грамматика

мужской род
им.
αναγνωριστικός
вин.
αναγνωριστικό
род.
αναγνωριστικού
зват.
αναγνωριστικέ
женский род
им.
αναγνωριστική
вин.
αναγνωριστική
род.
αναγνωριστικής
зват.
αναγνωριστική
средний род
им.
αναγνωριστικό
вин.
αναγνωριστικό
род.
αναγνωριστικού
зват.
αναγνωριστικό

Примеры

Το αναγνωριστικό έγγραφο είναι υποχρεωτικό για όλους.
Удостоверение личности обязательно для всех. · An identity document is mandatory for everyone.
Χρειάζεται ένα αναγνωριστικό σημάδι για τα ζώα.
Нужна опознавательная метка для животных. · An identifying mark is needed for the animals.
Έκανε ένα αναγνωριστικό νεύμα προς τον φίλο του.
Он сделал жест признания своему другу. · He made a gesture of recognition toward his friend.