Греческий словарь
с грамматикой

αναγνωρίζω

[anaɡnoˈrizo]глаголB1

Значения

1
узнавать, признавать (человека или что-то известное)
to recognize, to identify (a person or something known) · αναγνωρίζω έναν φίλο — узнаю старого друга
2
признавать, допускать (факт, ошибку, заслугу)
to acknowledge, to admit (a fact, mistake, merit) · αναγνωρίζω το λάθος μου — признаю свою ошибку
3
признавать официально (государство, право, квалификацию)
to recognize officially (a state, right, qualification) · αναγνωρίζω ένα κράτος — признаю государство

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αναγνωρίζω
εσύ
αναγνωρίζεις
αυτός
αναγνωρίζει
εμείς
αναγνωρίζουμε
εσείς
αναγνωρίζετε
αυτοί
αναγνωρίζουν
Аорист
εγώ
αναγνώρισα
εσύ
αναγνώρισες
αυτός
αναγνώρισε
εμείς
αναγνωρίσαμε
εσείς
αναγνωρίσατε
αυτοί
αναγνώρισαν
Будущее
εγώ
θα αναγνωρίσω
εσύ
θα αναγνωρίσεις
αυτός
θα αναγνωρίσει
εμείς
θα αναγνωρίσουμε
εσείς
θα αναγνωρίσετε
αυτοί
θα αναγνωρίσουν

Примеры

Τον αναγνώρισα αμέσως στο δρόμο.
Я сразу узнал его на улице. · I recognized him immediately on the street.
Πρέπει να αναγνωρίσουμε τα λάθη μας.
Мы должны признать наши ошибки. · We must acknowledge our mistakes.
Η Ελλάδα αναγνωρίζει το νέο κράτος.
Греция признает новое государство. · Greece recognizes the new state.
Αναγνωρίζονται οι προσπάθειές του από όλους.
Его усилия признаны всеми. · His efforts are recognized by everyone.