Греческий словарь
с грамматикой

αναγκαιότητα

[anɑŋkeˈotitɑ]существительноеη · женский родB2

Значения

1
необходимость, требуемость
necessity, requirement · η αναγκαιότητα της εκπαίδευσης — необходимость образования
2
неотложность, срочность
urgency, pressing need · αναγκαιότητα άμεσης δράσης — срочность немедленных действий

Грамматика

Ед. ч.
им.
η αναγκαιότητα
вин.
την αναγκαιότητα
род.
της αναγκαιότητας
зват.
αναγκαιότητα
Мн. ч.
им.
οι αναγκαιότητες
вин.
τις αναγκαιότητες
род.
των αναγκαιοτήτων
зват.
αναγκαιότητες

Примеры

Η αναγκαιότητα της υγείας είναι προφανής.
Необходимость здоровья очевидна. · The necessity of health is obvious.
Συμφώνησαν με την αναγκαιότητα μεταρρυθμίσεων.
Они согласились с необходимостью реформ. · They agreed on the necessity of reforms.
Οι αναγκαιότητες του έργου αυξήθηκαν απροσδόκητα.
Требования проекта неожиданно возросли. · The project's requirements unexpectedly increased.