Греческий словарь
с грамматикой

αναβαθμίζω

[anavaθˈmizo]глаголB2

Значения

1
повышать в должности, продвигать по служебной лестнице
to promote (in rank or position) · αναβαθμίζω έναν υπάλληλο — повысить сотрудника в должности
2
улучшать, повышать уровень, поднимать статус
to upgrade, to raise the standard or status of · αναβαθμίζω την ποιότητα — повысить качество

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αναβαθμίζω
εσύ
αναβαθμίζεις
αυτός
αναβαθμίζει
εμείς
αναβαθμίζουμε
εσείς
αναβαθμίζετε
αυτοί
αναβαθμίζουν
Аорист
εγώ
αναβάθμισα
εσύ
αναβάθμισες
αυτός
αναβάθμισε
εμείς
αναβαθμίσαμε
εσείς
αναβαθμίσατε
αυτοί
αναβάθμισαν
Будущее
εγώ
θα αναβαθμίσω
εσύ
θα αναβαθμίσεις
αυτός
θα αναβαθμίσει
εμείς
θα αναβαθμίσουμε
εσείς
θα αναβαθμίσετε
αυτοί
θα αναβαθμίσουν

Примеры

Ο διευθυντής αναβάθμισε τον νέο μηχανικό.
Директор повысил нового инженера в должности. · The director promoted the new engineer.
Θα αναβαθμίσουν την υπηρεσία πολύ σύντομα.
Они вскоре улучшат качество обслуживания. · They will upgrade the service very soon.
Οι αναβαθμισμένες δεξιότητες του ανοίγουν νέες πόρτες.
Его улучшенные навыки открывают ему новые возможности. · His upgraded skills open new doors for him.