αναβάτης
[anaˈvatis]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
всадник, конный спортсмен
rider, horseman; equestrian athlete · ο αναβάτης στο άλογο — всадник на коне
2
пассажир (самолёта, мотоцикла и т. д.)
passenger (of an aircraft, motorcycle, etc.) · αναβάτης του αεροπλάνου — пассажир самолёта
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο αναβάτης
вин.
τον αναβάτη
род.
του αναβάτη
зват.
αναβάτη
Мн. ч.
им.
οι αναβάτες
вин.
τους αναβάτες
род.
των αναβατών
зват.
αναβάτες
Примеры
Ο αναβάτης πήδησε στο άλογο με δεξιότητα.
Всадник ловко вскочил в седло. · The rider skillfully mounted the horse.
Οι αναβάτες συμμετείχαν στο πρωτάθλημα ιππικής.
Наездники участвовали в чемпионате по конному спорту. · The equestrian athletes competed in the riding championship.
Κάθε αναβάτης πρέπει να φοράει κράνος για ασφάλεια.
Каждый пассажир мотоцикла должен носить шлем. · Every motorcycle passenger must wear a helmet for safety.
Τον αναβάτη του δίπλανου καθίσματος δεν τον ήξερα.
Пассажира, сидевшего рядом со мной, я не знал. · I didn't know the passenger sitting next to me.