Греческий словарь
с грамматикой

αναβάλλω

[anaˈvalo]глаголB1

Значения

1
откладывать, отсрочивать (дело, решение)
postpone, defer, put off (a matter, decision) · αναβάλλω τη συνάντηση — откладываю встречу
2
отодвигать во времени, задерживать
delay, put back in time · αναβάλλω την απόφαση — отодвигаю решение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αναβάλλω
εσύ
αναβάλλεις
αυτός
αναβάλλει
εμείς
αναβάλλουμε
εσείς
αναβάλλετε
αυτοί
αναβάλλουν
Аорист
εγώ
ανέβαλα
εσύ
ανέβαλες
αυτός
ανέβαλε
εμείς
αναβάλαμε
εσείς
αναβάλατε
αυτοί
ανέβαλαν
Будущее
εγώ
θα αναβάλω
εσύ
θα αναβάλεις
αυτός
θα αναβάλει
εμείς
θα αναβάλουμε
εσείς
θα αναβάλετε
αυτοί
θα αναβάλουν

Примеры

Αναβάλαμε τη συνάντηση για την επόμενη εβδομάδα.
Мы отложили встречу на следующую неделю. · We postponed the meeting until next week.
Δεν μπορούμε να αναβάλουμε την απόφαση περισσότερο.
Мы не можем больше откладывать решение. · We cannot put off the decision any longer.
Ανέβαλε το έργο κατά δύο μήνες.
Он отсрочил работу на два месяца. · He deferred the project by two months.
Θα αναβάλει την κρίση του μέχρι να σκεφτεί περισσότερο.
Он отложит своё мнение, пока не подумает больше. · He will suspend judgment until he thinks more.