Греческий словарь
с грамматикой

ανήκω

[aˈniko]глаголA2

Значения

1
принадлежать, быть собственностью
to belong to, to be the property of · Αυτό το βιβλίο ανήκει σε μένα — Эта книга принадлежит мне
2
входить в состав, быть членом
to be a member of, to be part of · Ανήκει στο πολιτικό κόμμα — Он входит в политическую партию
3
быть присущим, относиться к (чему-либо)
to be inherent in, to pertain to · Αυτό ανήκει στο παρελθόν — Это относится к прошлому

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ανήκω
εσύ
ανήκεις
αυτός
ανήκει
εμείς
ανήκουμε
εσείς
ανήκετε
αυτοί
ανήκουν
Аорист
εγώ
ανήκα
εσύ
ανήκες
αυτός
ανήκε
εμείς
ανήκαμε
εσείς
ανήκατε
αυτοί
ανήκαν
Будущее
εγώ
θα ανήκω
εσύ
θα ανήκεις
αυτός
θα ανήκει
εμείς
θα ανήκουμε
εσείς
θα ανήκετε
αυτοί
θα ανήκουν

Примеры

Το σπίτι ανήκει στην οικογένειά μας.
Дом принадлежит нашей семье. · The house belongs to our family.
Αυτά τα έγγραφα ανήκουν στο αρχείο.
Эти документы относятся к архиву. · These documents belong in the archive.
Ο Γιάννης ανήκει στην ομάδα πόλο.
Янис входит в команду по водному поло. · Yiannis is a member of the water polo team.
Όλα αυτά ανήκαν σε μια άλλη εποχή.
Всё это относилось к другой эпохе. · All that belonged to a different era.