Греческий словарь
с грамматикой

ανέχομαι

[aˈneçome]глаголB1

Значения

1
терпеть, выносить, переносить (боль, неприятность)
to tolerate, to bear, to endure · δεν ανέχομαι αυτή τη συμπεριφορά — я не терплю такого поведения
2
позволять, допускать (что-либо)
to allow, to permit · δεν ανέχεται καμιά αντίρρηση — он не допускает никаких возражений

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ανέχομαι
εσύ
ανέχεσαι
αυτός
ανέχεται
εμείς
ανεχόμαστε
εσείς
ανέχεστε
αυτοί
ανέχονται
Аорист
εγώ
ανέσχομαι
εσύ
ανέσχεσαι
αυτός
ανέσχετο
εμείς
ανεσχόμαστε
εσείς
ανέσχεστε
αυτοί
ανέσχοντο
Будущее
εγώ
θα ανέχομαι
εσύ
θα ανέχεσαι
αυτός
θα ανέχεται
εμείς
θα ανεχόμαστε
εσείς
θα ανέχεστε
αυτοί
θα ανέχονται

Примеры

Δεν μπορώ να ανέχομαι τη φασαρία.
Я не могу выносить этот шум. · I cannot tolerate the noise.
Ανέσχετο τα προβλήματα με υπομονή.
Он терпеливо выносил трудности. · He patiently endured the hardships.
Ο δάσκαλος δεν ανέχεται αργοπορίες.
Учитель не допускает опозданий. · The teacher will not permit tardiness.
Ανέχεστε τις κριτικές του;
Вы терпите его критику? · Do you tolerate his criticism?