ανάπαυση
[aˈnapavsi]существительноеη · женский родB1
Значения
1
отдых, отпуск, перерыв
rest, break, time off · χρειάζομαι ανάπαυση — мне нужен отдых
2
успокоение, облегчение, утешение
relief, consolation, respite · ανάπαυση για το μυαλό — облегчение для ума
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ανάπαυση
вин.
την ανάπαυση
род.
της ανάπαυσης
зват.
ανάπαυση
Мн. ч.
им.
οι αναπαύσεις
вин.
τις αναπαύσεις
род.
των αναπαύσεων
зват.
αναπαύσεις
Примеры
Μετά από δύσκολη δουλειά, χρειάζομαι ανάπαυση.
После тяжёлой работы мне нужен отдых. · After hard work, I need a rest.
Τις αναπαύσεις του καλοκαιριού πάμε στη θάλασσα.
На летних каникулах мы ездим на море. · During summer breaks we go to the seaside.
Η ανάπαυσή του ήταν σύντομη και δεν ήταν αρκετή.
Его отпуск был коротким и недостаточным. · His time off was brief and insufficient.
Αναζητούν ανάπαυση από την καθημερινή ρουτίνα.
Они ищут облегчения от повседневной рутины. · They seek respite from daily routine.