Греческий словарь
с грамматикой

ανάμεικτος

[aˈnamiktos]прилагательноеB2

Значения

1
смешанный, разнородный
mixed, of mixed composition · ανάμεικτος πληθυσμός — смешанное население
2
беспорядочный, перемешанный
jumbled, confused, disorderly · ανάμεικτα πράγματα — вещи в беспорядке

Грамматика

мужской род
им.
ανάμεικτος
вин.
ανάμεικτο
род.
ανάμεικτου
зват.
ανάμεικτε
женский род
им.
ανάμεικτη
вин.
ανάμεικτη
род.
ανάμεικτης
зват.
ανάμεικτη
средний род
им.
ανάμεικτο
вин.
ανάμεικτο
род.
ανάμεικτου
зват.
ανάμεικτο

Примеры

Το ανάμεικτο πλήθος περιμένε στο σταθμό.
Смешанная толпа ждала на станции. · The mixed crowd waited at the station.
Τα ανάμεικτα συναισθήματά της ήταν δύσκολο να κατανοήσει.
Её смешанные чувства было трудно понять. · Her mixed feelings were hard to understand.
Βρήκε την ντουλάπα της ανάμεικτη και αποτρόπαια.
Он нашел свой шкаф перевёрнутым и в беспорядке. · He found his wardrobe jumbled and neglected.