Греческий словарь
с грамматикой

ανάλυση

[aˈnalisi]существительноеη · женский родB1

Значения

1
анализ, разбор
analysis, examination · λεπτομερής ανάλυση — детальный анализ
2
психоанализ
psychoanalysis · ψυχοανάλυση — психоанализ

Грамматика

Ед. ч.
им.
η ανάλυση
вин.
την ανάλυση
род.
της ανάλυσης
зват.
ανάλυση
Мн. ч.
им.
οι αναλύσεις
вин.
τις αναλύσεις
род.
των αναλύσεων
зват.
αναλύσεις

Примеры

Η ανάλυση του κειμένου ήταν πολύ χρήσιμη.
Анализ текста был очень полезен. · The analysis of the text was very useful.
Χρειάζεται μια διεξοδική ανάλυση των δεδομένων.
Нужен тщательный анализ данных. · We need a thorough analysis of the data.
Οι αναλύσεις του ειδικού ήταν πολύ χρήσιμες.
Анализы специалиста были очень полезны. · The expert's analyses were very helpful.