Греческий словарь
с грамматикой

ανάκτορο

[aˈnaktoro]существительноеτο · средний родB2

Значения

1
дворец, королевский дворец
palace, royal residence · το ανάκτορο του βασιλέα — царский дворец

Грамматика

Ед. ч.
им.
το ανάκτορο
вин.
το ανάκτορο
род.
του ανακτόρου
зват.
ανάκτορο
Мн. ч.
им.
τα ανάκτορα
вин.
τα ανάκτορα
род.
των ανακτόρων
зват.
ανάκτορα

Примеры

Τα ανάκτορα του Κνωσού είναι διάσημα στον κόσμο.
Дворец Кносса известен на весь мир. · The palace of Knossos is famous throughout the world.
Στο ανάκτορο μένουν οι βασιλικές οικογένειες.
Во дворце живут королевские семьи. · Royal families live in the palace.
Επισκέφτηκαν τα ανάκτορα της Βερσαλίας όταν ήταν στο Παρίσι.
Они посетили дворцы Версаля, когда были в Париже. · They visited the palaces of Versailles when they were in Paris.